αποθαρρύνομαι


αποθαρρύνομαι
αποθαρρύνομαι, αποθαρρύνθηκα, αποθαρρημένος βλ. πίν. 49
——————
Σημειώσεις:
αποθαρρύνομαι : η μτχ. αποθαρρημένος γράφεται με η γιατί προέρχεται από το ρήμα θαρρώ.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αθαρσέω — ἀθαρσέω (Μ) [ἀθαρσής] αποθαρρύνομαι, χάνω το θάρρος μου …   Dictionary of Greek

  • αμβλύνω — (Α ἀμβλύνω) Ι. ενεργ. 1. κάνω κάτι αμβλύ, στομώνω την κόψη ή την αιχμή του 2. ελαττώνω την οξύτητα, μετριάζω, εξασθενίζω ΙΙ παθ. 1. γίνομαι αμβλύς, χάνω την οξύτητα μου 2. εξασθενώ, μετριάζομαι αρχ. Ι ενεργ. (για το κρασί) ελαττώνω τη δύναμή του …   Dictionary of Greek

  • κρυαίνω — και κρυγαίνω (Μ κρυαίνω) [κρύος] νεοελλ. 1. (μτβ.) κάνω κάτι κρύο, ψύχω, ψυχραίνω 2. (αμτβ. κυριολ. και μτφ.) γίνομαι κρύος, κρυώνω, ψυχραίνομαι 3. αποθαρρύνομαι μσν. ί. επιθυμώ πολύ, ποθώ 2. κρυολογώ …   Dictionary of Greek

  • λιποθυμώ — άω και έω (AM λιποθυμῶ, έω) υφίσταμαι λιποθυμία νεοελλ. (η μτχ. παθ. παρακμ.) λιποθυμισμένος, η, ο α) λιπόθυμος β) μτφ. (για ήχο) πολύ σιγανός, ξεψυχισμένος («ανάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος», Σολωμ.) μσν. μένω άπνους, νεκρός, πεθαίνω… …   Dictionary of Greek

  • προκαταπίπτω — Α 1. καταπίπτω εκ τών προτέρων 2. πέφτω κάτω πριν να συμβεί κάτι άλλο («προκαταπίπτειν τοῡ τέλους», Πλούτ.) 3. (για λόγια και φήμες) διαδίδομαι, εξαπλώνομαι εκ τών προτέρων («λόγοι προκατέπιπτον εἰς τὴν Ρώμην», Πλούτ.) 4. μτφ. φρ. «προκαταπίπτω… …   Dictionary of Greek

  • προσαθυμώ — έω, Α δειλιάζω ή αποθαρρύνομαι επιπροσθέτως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀθυμῶ «φοβάμαι, δειλιάζω»] …   Dictionary of Greek